Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Ονειροπαγιδα.


Ήταν Σαββατόβραδο. Δεν  μπορούσε να κλείσει μάτι. Πόσες στροφές να κάνει στο κρεβάτι είχε κουραστεί μόνο και μόνο απ’ την σκέψη. Σηκώθηκε να βάλει νερό. Να το. Ακόμα αυτή είναι η δικαιολογία της τα βράδια. Ένα νερό και ξεμπέρδεψε. Τι να το κάνει, τόση δίψα που έχει, δε χωράει σε ποτήρι…

Κάθισε στον γκρίζο βελούδινο καναπέ της, πάντα της άρεσε ο τρόπος που το βελούδο άγγιζε το σώμα της, και το παιχνίδι που μπορούσε να κάνει με τα χέρια της, μία πάνω μία κάτω άλλαζε η απόχρωση ολόκληρου του καναπέ, μα, τι σκέφτεται… πραγματικά ό,τι σκεφτότανε ήταν ανοησίες για να ξεφύγει λίγο…

Ανάβει ένα κερί να της κάνει παρέα, και κλείνει τα μάτια να χαλαρώσει.

Λένε πως με ανοιχτά μάτια πας μόνο εκεί που θες, μα όταν τα κλείνεις δεν ξεφεύγεις από την αλήθεια... Αυτό που φοβότανε. Έγινε ακριβώς αυτό που φοβότανε. Ξεκλείδωσε τους μεγαλύτερους της φόβους. Ποιους φόβους δηλαδή, ξέρει πολύ καλά πως για Πόθους πρόκειται.

Ήταν ακόμη εκεί. Έβλεπε το χαμόγελό του, άκουγε τη φωνή του, μύριζε ακόμα τη μυρωδιά του, ήρθε και η γεύση των χειλιών του… ένιωθε την καρδιά της να κτυπάει δυνατά και την ανάσα της να μικραίνει. Οι πεταλούδες στο στομάχι κάνανε πάρτι. Και τα πόδια της είχανε κοπεί. Πόση αναστάτωση άραγε χωράει σε ένα σώμα?

Μια βαθιά ανάσα δίνει οξυγόνο στις σκέψεις της.«Γιατί είσαι ακόμα εδώ;» Σκέφτεται… «Γιατί είσαι ακόμη μπροστά μου;» 

Άνοιξε τα υγρά της μάτια. Σηκώθηκε.

Εντάξει δεν έγινε και τίποτα, το μόνο που ήθελε ήταν λίγο νερό… 
Γιατί η δίψα της αγρίεψε. Αυτό μόνο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ShareThis